Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ (Caspar David Friedrich)
Ο Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1774, στη Γερμανική πόλη Γκράιφσβαλτ. Το Γκράιφσβαλτ ήταν εκείνο τον καιρό σημαντικό λιμάνι και βρισκόταν υπό Σουηδική κατοχή. Ο Φρίντριχ γιος του Άντολφ Γκότλιμπ Φρίντριχ και της Σοφί Ντοροτέα Μπέχλι, ήταν το έκτο από τα δέκα παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του εξασκούσε το επάγγελμα του παραγωγού κεριών και σαπουνιού. Ο Φρίντριχ σε ηλικία επτά ετών, το 1781, έμεινε ορφανός από μητέρα.
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, επέτρεψε στον Φρίντριχ να μορφωθεί. Σε ηλικία 16 ετών, και όντας σπουδαστής του πανεπιστημίου του Γκράιφσβαλτ, ξεκίνησε υπό την καθοδήγηση του καθηγητή του Γιόχαν Γκότφριντ Κουίστορπ, να αντιγράφει πίνακες του Κουίστορπ αλλά και να ζωγραφίζει δικούς του. Τις σπουδές του συνέχισε στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης. Εκεί γνώρισε τον ζωγράφο Γιόχαν Γκέμπχαρτ Λούν με τον οποίο έγιναν αδερφικοί φίλοι.
Το 1798, τελειώνοντας της σπουδές του στην Κοπεγχάγη, επέστρεψε για λίγο στην γενέτειρα του και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Δρέσδη, που εκείνο τον καιρό αποτελούσε πόλο έλξης των Γερμανών ζωγράφων. Στην Δρέσδη γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών, αλλά τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε είτε μελετώντας δουλειές άλλων ζωγράφων, είτε ζωγραφίζοντας ο ίδιος, κυρίως τοπία, κάνοντας μικρές εκδρομές στα περίχωρα της πόλης.
Το 1801 επέστρεψε για λίγο στο Γκράιφσβαλτ και κατόπιν πήγε στο νησί Ρίγκεν. Εκεί τελειοποίησε την τεχνική του και ζωγράφισε ορισμένους εκπληκτικούς πίνακες που απεικονίζουν τοπία του νησιού. Στην Δρέσδη επέστρεψε το 1802 όπου έγινε δεκτός ως ταλαντούχος ζωγράφος. Λόγω της φήμης που είχε πλέον αποκτήσει, γνώρισε και έκανε παρέα με σημαντικούς ανθρώπους της πόλης τόσο καλλιτέχνες όσο και φιλοσόφους. Το 1810 μαζί με τον, επίσης ζωγράφο, Γκέοργκ Φρίντριχ Κέρστινγκ ταξίδεψε στα βουνά Ριζενγκεμπίργκε, έχοντας στις αποσκευές του αρκετά λευκά τετράδια ιχνογραφίας. Στην επιστροφή τα τετράδια ήταν γεμάτα πρόχειρα σκίτσα τα οποία αποτέλεσαν τους «οδηγούς» για αρκετούς από τους πίνακες που ζωγράφισε τα επόμενα χρόνια.
Το 1818 παντρεύτηκε την Κριστιάνε Καρολίνε Μπόμερ με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, την Έμα, την Άγκνες και τον Γουσταύο. Την ίδια εποχή ο Φρίντριχ ήταν πλέον ένας καταξιωμένος ζωγράφος που δεχόταν πολλές παραγγελίες για πίνακες και συναναστρεφόταν σημαντικούς ανθρώπους μεταξύ των οποίων αριστοκράτες και πρίγκιπες της Γερμανίας αλλά και άλλων χωρών.
Το 1824 χήρεψε, μετά τον θάνατο του, η θέση του Κλένγκελ στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης. Αντί να δοθεί η θέση αυτή στον Φρίντριχ, του δόθηκε η υποδεέστερη θέση του επιτίμου καθηγητή της Ακαδημίας. Αυτό έγινε όχι επειδή δεν διέθετε τα προσόντα, αλλά επειδή οι πολιτικές του απόψεις δεν συμφωνούσαν με αυτές των μελών της Ακαδημίας.
Την ίδια εποχή άρχισε να έχει ψυχολογικά προβλήματα. Για μικρό χρονικό διάστημα πήγε στο νησί Ρίγκεν, προκειμένου να ηρεμίσει. Οι πωλήσεις των πινάκων του αρχίζουν να μειώνονται σταθερά και επιπλέον το 1835 παθαίνει εγκεφαλικό που αφήνει την δεξιά πλευρά του παράλυτη. Ο Φρίντριχ πηγαίνει για θεραπεία στην λουτρόπολη Τέπλιτς, από την οποία επιστρέφει έχοντας την δυνατότητα να ζωγραφίζει. Δυστυχώς όμως, το 1837, ένα δεύτερο εγκεφαλικό τον άφησε εντελώς παράλυτο και φυσικά ανίκανο να εργαστεί. Πέθανε τρία χρόνια μετά, στις 7 Μαΐου του 1840.
Γενικά ο Φρίντριχ ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στον χαρακτήρα του. Σε πολλούς πίνακες του υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν στον θάνατο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των πινάκων του Φρίντριχ είναι ότι σε όσους απεικονίζονται άνθρωποι, έχουν σχεδόν πάντα γυρισμένη την πλάτη τους σε αυτόν που βλέπει τον πίνακα. Και αυτό είναι άλλη μια απόδειξη ότι η μελαγχολία του ζωγράφου πέρασε και στα έργα του. Όσο για το θρησκευτικό στοιχείο του χαρακτήρα του αυτό βρήκε έκφραση σε πολλούς πίνακες του που απεικονίζουν ναούς, αν και τις περισσότερες φορές οι ναοί απεικονίζονταν μισογκρεμισμένοι. Όπως είπαμε η μελαγχολία ήταν το βασικό χαρακτηριστικό τόσο των πινάκων όσο και του χαρακτήρα του μεγάλου Γερμανού ζωγράφου Κάσπαρ Ντάβιντ Φρίντριχ.
Ο.Κ. |